ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΑΛΑΙΑ ΤΕΥΧΗ ΣΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:

www.aiginitika.blogspot.gr

Α Ρ Θ Ρ Α

1η Μάη: Πάντα Επίκαιρη – Φάρος ελπίδας για τους αγώνες του Σήμερα

 Τα φέρνει έτσι η ιστορία που κάθε φορά η 1η του Μάη να αποκτά ξεχωριστό νόημα. Πάντα ...

Η ομορφιά είναι ηθική…και ηθική είναι η ομορφιά

Της Ελένης Τομπέα Τι είναι ηθική; Καταρχήν θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε το γεγονός πως οι ηθικοί ...

Πώς μπορεί η αποκέντρωση να επηρεάσει την ανάπτυξη

Του Ράλλη Γκέκα , διδάκτωρα Οικονομικών της Τ. Α. Στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ...

ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΟ ΑΠΟΚΑΛΟΥΝ ΜΑΓΕΙΑ

του Λέανδρου
Σχόλασαν, ήταν ήδη πέντε η ώρα, χτύπησε την κάρτα του στο ρολόι του τοίχου και την τοποθέτησε σε μιά από τις υποδοχές πού υπήρχαν στον πίνακα πού ήταν κρεμασμένος δίπλα του. Κατευθύνθηκε στην αίθουσα των φοριαμών, πήγε στο μπάνιο, έπλυνε τα χέρια καί το πρόσωπό του επέστρεψε στην αίθουσα καί ασχολήθηκε γιά λίγο με τις καθημερινές συζητήσεις πού συνηθίζονταν εκείνη την ώρα. Οί περισσότεροι ενδιαφέρονταν γιά κάποιο ποδοσφαιρικό αγώνα πού θα μεταδίνονταν ή γιά κάποια σατυρική εκπομπή, οι νεότεροι είχαν τις περισσότερες φορές κάποιο ραντεβού καί συνήθως προσπαθούσαν να είναι όσο το δυνατόν πιό ευπρεπισμένοι. Τέλειωσε με το στέγνωμα των χεριών καί τού προσώπου του, έβγαλε τη φόρμα, την κρέμασε στο φοριαμό του καί πήρε την πάνινη τσάντα με τα πράγματά του. Δέν είχε καί πολλά μέσα εκείνη τη μέρα, μόνο το άδειο δοχείο από το γεύμα του, η φόρμα του ήταν αρκετά καθαρή τουλάχιστον γιά μιά μέρα εργασίας ακόμα.
Βγήκε από το εργοστάσιο, ξεκλείδωσε το ποδήλατό του καί ξεκίνησε να περπατάει τραβώντας το μαζί του. Είχε σκοτεινιάσει, οι λάμπες στούς στύλους τού δρόμου έφεγγαν το γνωστό λευκό φώς τους. Δέν είχε αλλάξει καί πολύ το σκηνικό από το πρωί όπου η πυκνή γκρίζα συννεφιά απλωνόταν στον ουρανό καί δέν άφηνε το φώς τού ήλιου να περάσει. Κατευθύνθηκε στο πλησιέστερο μπαρ πού υπήρχε στη γειτονιά, μπήκε καί κάθισε σ' ένα από τα σκαμνιά τού πάγκου, παράγγειλε μιά μπύρα. Σ' ένα από τα διπλανά καθίσματα καθόταν ένας άλλος εργάτης από το ίδιο εργοστάσιο. 
«Γειά σου σύντροφε»
«Γειά σου» του απάντησε
«Πώς πήγε σήμερα;»
«Ήσυχα, δέν ήταν πολύ κουραστικά»
«Άν μείνεις θα δείς ότι είναι εύκολη εργασία, σαν να δουλεύεις στο σπίτι σου.»
«Μάλλον έχεις δίκιο.»
Δούλευε πενθήμερο, χωρίς  βάρδιες, κρατούσαν τη διάθεση εύθυμη τις περισσότερες φορές. Δέν είχε κλείσει τη δουλειά απ' ευθείας με την εταιρεία, τον είχαν στείλει από κάποιο γραφείο ευρέσεως εργασίας. Δέν τον ενδιέφερε καί πάρα πολύ η παραμονή του στη συγκεκριμένη εργασία. Ήπιε τη μπύρα του, πλήρωσε καί ετοιμάστηκε να φύγει.
«Ώρα γιά το σπίτι;» τον ρώτησε
«Ναί, τα συνηθισμένα, φαγητό, τηλεόραση καί ξεκούραση. Αύριο πρέπει να χτυπήσουμε πάλι κάρτα.»
«Καλό βράδυ λοιπόν.»
«Καλό βράδυ.»
Βγήκε, ανέβηκε στο ποδήλατο καί ξεκίνησε. Δέν πήγε πρός το σπίτι, κατευθύνθηκε ποδηλατώντας γρήγορα πρός την πόλη, φτάνοντας στήν πλησιέστερη από τις άκρες τού κέντρου της κατέβηκε από το ποδήλατο καί συνέχισε την περιήγηση του περπατώντας, τραβώντας καί το ποδήλατό μαζί του. Κοιτούσε τούς θαμώνες των καφέ πίσω από τις τζαμαρίες τους. Ήταν ώρα φαγητού καί ξεκούρασης, ιλαρά πρόσωπα συνωστίζονταν  σ'  ένα εύθυμο περιβάλλον το οποίο τα ίδια δημιουργούσαν. Μιά ευχάριστη στιγμή επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας η οποία μα τήν εναλλαγή τών προσώπων καί τού ιματισμού τών ατόμων τα οποία την συνέθεταν αναδείκνυε την ύπαρξη της εφήμερης πραγματικότητας. Ένιωσε ένα συναίσθημα δυσφορίας, γνωρίζοντας τον εαυτό του ήξερε ότι κάτι τέτοιο θα εμφανιζόταν στο πρόσωπό του με τη μορφή της κατήφειας. Τάχυνε το βηματισμό του, προσπέρασε τα εναπομείναντα καφέ καί σταμάτησε σε μιά μικρή πάροδο κοντά στα εμπορικά καταστήματα πού εκείνη τήν ώρα ήταν κλειστά. Στερέωσε το ποδήλατο σ' έναν τοίχο καί έστριψε τσιγάρο προσπαθώντας να κατανοήσει το αίσθημα δυσφορίας πού ένιωθε.
Ήταν μελαγχολία, είχε πρωτογνωρίσει αυτό το αίσθημα όταν σε πολύ νεαρή ηλικία έχασε ένα συγγενικό του πρόσωπο. Είχε μάθει να το προσπερνά σκεπτόμενος ευχάριστα θέματα ή με διάφορες δραστηριότητες. Αποφάσισε να πάει μέχρι το καφέ της γαλλίδας. Δέν ήξερε αν ήταν γαλλίδα, έτσι τού είχαν πεί, ο διφορούμενος τρόπος ομιλίας τών ανθρώπων τον έκανε να αμφισβητεί τα λεγόμενά τους. Το καφέ είχε γαλλική επωνυμία η  ιδιοκτήτρια μιά λεπτοκαμωμένη καί εύθραυστη φιγούρα, ο ίδιος όμως δέν της είχε μιλήσει ποτέ, καθόταν παράγγελνε καφέ καί τον έπινε παρατηρώντας τον λιτό καί φωτεινό διάκοσμό του καταστήματός της. Βρισκόταν στή μέση της διαδρομής, το καφέ ήταν στό τέλος τού συγκεκριμένου δρόμου τού εμπορικού κέντρου καί εκείνη την ώρα μάλλον θα ήταν κλειστό. Συνήθως άνοιγε μόνο τα πρωινά, αποφάσισε όμως να περπατήσει ως εκεί γιά να ξαναφτιάξει τη διάθεσή του. Το καφέ ήταν κλειστό, υπήρχαν διάφορα άλλα μπαρ εκεί κοντά πού ήταν ανοιχτά δέν ήθελε όμως πιά να πάει σε κάποιο από αυτά. Περπάτησε μερικά μέτρα ακόμα καί μόλις έφτασε στον κεντρικό δρόμο ξεκίνησε πάλι να ποδηλατοδρομεί γρήγορα μέχρι πού έφτασε στό διαμέρισμα. Είχε επιστρέψει νωρίτερα καί το φαγητό ήταν έτοιμο, συνήθως μαγείρευαν, έτρωγαν, έπλεναν τα πιάτα μαζί καί αργότερα απολάμβαναν ένα ποτό στό σαλόνι, παρακολουθώντας στήν τηλεόραση κάποια ενδιαφέρουσα ταινία.
«Πώς πήγε σήμερα;» την ρώτησε
«Ήσυχα δέν είχαμε πολύ δουλειά»
«Πλησιάζει σαββατοκύριακο έχεις καμιά ιδέα;»
Τα σαββατοκύριακα έκαναν συνήθως επισκέψεις σε γνωστούς ή πραγματοποιούσαν εκδρομές.
«Όχι εσύ;»
Ήπιε μιά γουλιά από το κρασί του.
«Ούτε κι εγώ, μάλλον θα μείνουμε εδώ.»
Αυτό σήμαινε ψώνια στήν αγορά το Σάββατο το πρωί, απογευματινή ή βραδυνή έξοδο (κινηματογράφο, φαγητό, αναψυκτήριο) καί ξεκούραση καθ' όλη τη διάρκεια της Κυριακής, εκτός εάν δέχονταν οι ίδιοι επισκέψεις. Έπλυναν τα πιάτα καί αποτελείωσαν το μπουκάλι με το κρασί παρακολουθώντας τη βραδυνή ταινία. Κάποια στιγμή αποχώρισε  γιά να κοιμηθεί. Απέμεινε μόνος στό σαλόνι, άνοιξε μιά μπύρα καί συνέχισε να παρακολουθεί την τηλεόραση έχοντας κλείσει εντελώς τον ήχο. Αν κοιτούσε έξω από την τζαμαρία στό δρόμο θα επικρατούσε απόλυτη σιγή καί ακινησία. Η ώρα ήταν προχωρημένη, αρκετά μετά τα μεσάνυχτα, άνοιξε ακόμα μιά μπύρα, έστριψε ένα τσιγάρο καί έκλεισε την τηλεόραση. Είχε σβήσει τη σόμπα γκαζιού νωρίτερα καί μιά ελαφριά αίσθηση ψυχρότητας επικρατούσε στήν ατμόσφαιρα. Το εκκρεμές στό ρολόι τού τοίχου του υπενθύμιζε την έννοια του χρόνου, ο χρόνος χανόταν ότι καί να συνέβαινε είτε όταν εργαζόταν είτε όταν ξεκουραζόταν εκείνο πού γνώριζε ήταν ότι οχρόνος χανόταν. Μπορούσε να βιαστεί γιά να προλάβει ένα τραίνο, ένα πλοίο ή γιά να τελειώσει μιά εργασία, ποτέ όμως δέν μπορούσε να προλάβει το χρόνο.
 
ΦΙΛΙΚΑ  ΛΕΑΝΔΡΟΣ
                   
Γράφτηκε από τον/την Super User