ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΑΛΑΙΑ ΤΕΥΧΗ ΣΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:

www.aiginitika.blogspot.gr

Α Ρ Θ Ρ Α

1η Μάη: Πάντα Επίκαιρη – Φάρος ελπίδας για τους αγώνες του Σήμερα

 Τα φέρνει έτσι η ιστορία που κάθε φορά η 1η του Μάη να αποκτά ξεχωριστό νόημα. Πάντα ...

Η ομορφιά είναι ηθική…και ηθική είναι η ομορφιά

Της Ελένης Τομπέα Τι είναι ηθική; Καταρχήν θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε το γεγονός πως οι ηθικοί ...

Πώς μπορεί η αποκέντρωση να επηρεάσει την ανάπτυξη

Του Ράλλη Γκέκα , διδάκτωρα Οικονομικών της Τ. Α. Στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ...

Βαρουφιάνοι;

του Νίκου Σαραντάκου

Νέος όρος γεννήθηκε το τελευταίο διήμερο στο ελληνικό Διαδίκτυο και ήδη ξεπέρασε τα σύνορα της μπλογκόσφαιρας και έφτασε στον ημερήσιο τύπο (βέβαια τα όρια έχουν γίνει δυσδιάκριτα καθώς οι μεν ανακυκλώνουν την ύλη των δε και τούμπαλιν). Η λέξη του τίτλου, βαρουφιάνοι, είναι ευφυές λογοπαίγνιο από το όνομα του υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη και τη λέξη «ρουφιάνος», και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τους κρυφούς ελεγκτές που, καλωδιωμένοι ή όχι, θα επισκέπτονται καταστήματα και θα καταγράφουν περιπτώσεις φοροδιαφυγής. (Για περισσότερα, δείτε και το σχετικό λήμμα του slang.gr, το οποίο, επιδεικνύοντας τα συνήθη οξυμένα του ανακλαστικά, ήδη καταχώρησε -ή καταχώρισε αν είστε με την άλλη φράξια- τη λέξη).

Το ερωτηματικό μπορείτε να το ερμηνεύσετε ποικιλότροπα. Μπορεί να σημαίνει αμφιβολία αν θα καθιερωθεί ο νέος όρος, μπορεί όμως και να σημαίνει ότι αμφισβητώ την ορθότητά του επί της ουσίας, δηλαδή αν δικαιολογείται ο εντονότατα απαξιωτικός χαρακτηρισμός «ρουφιάνοι».

Η πρώτη μου αντίδραση όταν πληροφορήθηκα την είδηση ήταν να σκεφτώ πως το μεγαλύτερο μειονέκτημα της πρότασης είναι ότι εξαγγέλθηκε δημόσια και έγινε εύκολη λεία των ευθυμογράφων και επιθεωρησιογράφων πολύ πριν υλοποιηθεί (που μάλλον δεν θα υλοποιηθει, οπότε δίχως κέρδος κέρατα). Μου είπαν ωστόσο ότι δεν εξαγγέλθηκε ακριβώς, αλλά περιλαμβανόταν απλώς στο υπόμνημα προς τον Ντάισελμπλουμ μαζί με πολλά άλλα μέτρα -και εκτός αυτού την είχε αναφέρει, στη ρύμη του λόγου του και χωρίς τυμπανοκρουσίες, ο ίδιος ο Βαρουφάκης στην πρόσφατη συνέντευξή του στον Ν. Χατζηνικολάου.

Ωστόσο, σαν ιστολόγιο που καταρχάς λεξιλογεί και στη συνέχεια κάνει οτιδήποτε άλλο, το καθήκον μας σήμερα είναι διπλό, αφενός να καταγράψουμε την εμφάνιση του νέου όρου και αφετέρου να τον ετυμολογήσουμε, δηλαδή να πούμε δυο λόγια για τη λέξη «ρουφιάνος».

Ρουφιάνος, σύμφωνα με το λεξικό, είναι ο σπιούνος, ο καταδότης, ο συκοφάντης, ο χαφιές. Η λέξη έχει και μια δεύτερη σημασία, που ήταν ίσως η αρχική, αλλά έχει πια ατονήσει: ρουφιάνος είναι επίσης ο προαγωγός. (Επιβιώνει ωστόσο στην αστική παροιμία «Ο ρουφιάνος του τσιγάρου είναι ο καφές»).

Τα λεξικά Μπαμπινιώτη και ΛΚΝ βάζουν (κακώς μάλλον) πρώτη αυτή τη σπάνια σημασία, επειδή ήταν παλιότερη. Σωστά πιστεύω το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας τη βάζει δεύτερη. Αμφιβάλλω αν υπάρχει κόσμος σήμερα που, όταν ακούει «ρουφιάνος» σκέφτεται πρώτη τη σημασία «προαγωγός, μαστροπός». (Θα με ενδιέφερε να μου πείτε στα σχόλια αν ξέρετε καν αυτή τη σημασία). Από τον ρουφιάνο το ρήμα, ρουφιανεύω, και το ουσιαστικό που δηλώνει την πράξη: ρουφιανιά.

Ο ρουφιάνος είναι δάνειο από το ιταλ. ruffiano (με πρώτη σημασία τον μαστροπό), και αυτό είναι το εύκολο κομμάτι της ετυμολογίας της λέξης. Το δύσκολο είναι η ετυμολογία της ιταλικής λέξης. Στο ιταλικό ετυμολογικό λεξικό βρίσκω τέσσερις-πέντε προτάσεις, καμία από τις οποίες δεν έχει γίνει γενικά αποδεκτή. Πάντως, πάνω από μία θεωρίες ξεκινούν από το λατινικό rufus = κόκκινος (ήταν και κύριο όνομα). Κάτι μπορεί να ξεκίνησε από τα κόκκινα μαλλιά ή τα κόκκινα ρούχα και να πήρε μετά κακές σημασίες. Υπάρχουν και άλλες θεωρίες (δείτε κι εδώ). Βέβαια, η παλιότερη ιδέα ότι ο ρουφιάνος ανάγεται στον Ρουφίνο των πρωτοβυζαντινών χρόνων είναι νατσουλισμός κατά τη γνώμη μου. Ας πούμε αβέβαιη την ετυμολογία.

Στις ρωμανικές γλώσσες, ο ρουφιάνος διατήρησε τη σημασία του μαστροπού, ενώ στα αγγλικά (ruffian) την έχει χάσει. Λέγεται ότι στα ελληνικά των ελληνοαμερικάνων, ρουφιάνος είναι ο τεχνίτης που φτιάχνει τη στέγη (roof στα αγγλικά) αλλά δεν είμαι βέβαιος αν είναι αλήθεια ή μπεντροβάτο.

Για τους ρουφιάνους με την έννοια του καταδότη υπήρχε παλιότερα και η συνθηματική σύντμηση «ρουφ» -καμιά σχέση με την αθηναϊκή γειτονιά που πήρε τ’ όνομά της από τον Βαβαρό Λουδοβίκο Ρουφ, ο οποίος είχε χτίσει βουστάσιο και έπαυλη στην περιοχή, το μόνο κτίσμα της τότε, και εκεί έκαναν στάση οι βασιλιάδες όταν πήγαιναν ιππασία από τα Ανάκτορα στον Πειραιά.

Ο χαρακτηρισμός «καταδότης» είναι βαρύτατος και έντονα απαξιωτικός στη λαϊκή συνείδηση. Είναι τάχα δικαιολογημένος στην περίπτωση των φορολογικών ελεγκτών -μυστικών είτε φανερών, με μερική ή πλήρη απασχόληση; Τους εξετάζω μαζί, διότι αν ο χαρακτηρισμός ισχύει για τους μεν θα πρέπει να ισχύει και για τους δε.

Ασφαλώς όχι. Ούτε προσωπική έχθρα υπάρχει, ούτε ταπεινά ελατήρια. Δεν είναι καταδότης ο πολίτης που καταγγέλλει μια παρανομία, ούτε βέβαια ο εντεταλμένος δημόσιος λειτουργός. Οπότε, ο όρος, αν και ομολογουμένως έξυπνα σχηματισμένος, είναι στην ουσία του άστοχος -και να τον χρησιμοποιούν αριστεροί δείχνει κατά τη γνώμη μου σύγχυση.

Πιο προβληματικό ήταν το μέτρο που νομίζω πως είχε παλιότερα θεσπιστεί, με τον τετραψήφιο αριθμό που έδινε στους πολίτες τη δυνατότητα να καταγγέλλουν ανώνυμα φορολογικές ατασθαλίες -εκεί, ναι, υπάρχει έδαφος για καταγγελίες που υποκινούνται από προσωπική έχθρα ή αντιπαλότητα, για αντεκδίκηση ή άλλο λόγο. Νομίζω μάλιστα ότι το μέτρο εκείνο δεν απέδωσε σχεδόν τίποτα (αν ξέρετε περισσότερα, ενημερώστε).

Τελικά, το σημαντικό δεν είναι αν θα υλοποιηθεί η συγκεκριμένη ιδέα, που άλλωστε δεν προτάθηκε ως πανάκεια ούτε ως εμβληματική πρόταση, αλλά μόνο επικουρικά και (αν κατάλαβα καλά) για ειδικούς χώρους όπως τουριστικά μέρη. Ευχαρίστως να παραδεχτώ ότι το συγκεκριμένο μέτρο είναι άστοχο, αλλά θα ήθελα να συμφωνήσουμε αν χρειάζονται φοροελεγκτικοί μηχανισμοί.

Όπως το έθεσε ένας φίλος στο Φέισμπουκ: «Ωραία. Ο χαφιεδισμός είναι κακό πράγμα, το ίδιο και τα τεκμήρια. Υπάρχει ένας τρόπος οι γιατροί και οι υδραυλικοί να κόβουν αποδείξεις και οι μαγαζάτορες να αποδίδουν τον ΦΠΑ που μας χρεώνουν; Παρακαλώ απαντήστε σ’ αυτό το ερώτημα. Στο θέμα της σύλληψης της μεγάλης φοροδιαφυγής, φυσικά συμφωνούμε».

Αυτό είναι νομίζω το καίριο ερώτημα.

 

Ο προ-ψυχαναλυτικός νευρολόγος Φρόυντ

της Γιούλη Χατζηαλεξιάδη
 
 Αγαπητές αναγνώστριες, αγαπητοί αναγνώστες,

      Ο Σίγκμουντ Φρόυντ είναι πασίγνωστος ως επινοητής της ψυχανάλυσης, ενώ δεν είναι ευρέως γνωστά η ιδιότητά του ως νευρολόγου και η συμβολή του στην επιστήμη της νευρολογίας.
     Αναφέρομαι στα πρώτα του έργα, τις “Για τη ερμηνεία των αφασιών: μια κριτική μελέτη”(1891) και το “Σχεδίασμα για μια επιστημονική ψυχολογία”(1895), τα οποία προηγούνται της ανάπτυξης της θεωρίας της ψυχανάλυσης, και στα οποία ενσκύπτει κανείς προκειμένου να προσεγγίσει ερμηνευτικά τα φροϋδικά ψυχαναλυτικά δόγματα.
    
     Ο Φρόυντ καταπιάστηκε με το πρόβλημα των αφασιών (της αδυναμίας παραγωγής του λόγου, όπως συμβαίνει. π.χ. στα εγκεφαλικά επεισόδια) σε μια εποχή οπότε η επιστημονική πρωτοπορεία είχε επιτύχει να αναδείξει την εξειδίκευση περιοχών του εγκεφάλου για συγκεκριμένες λειτουργίες. Είναι η εντοπιστική εποχή της νευρολογίας: οι νευρολόγοι και νευροανατόμοι ομιλούν για ειδικά κέντρα του εγκεφάλου τα οποία αντιστοιχούν σε εξειδικευμένες λειτουργίες. Στηρίζονται, δε,  στις ανατομικές βλάβες στον εγκέφαλο οι οποίες αντιστοιχούν σε λειτουργικές βλάβες.
     Για την λειτουργία της εκφοράς του προφορικού λόγου είχε αποδειχθεί κρίσιμη η περιοχή της τρίτης έλικας του μετωπιαίου λοβού.  
    “Χωρίς νέες προσωπικές παρατηρήσεις” όπως σημειώνει ο ίδιος, ο Φρόυντ υποστηρίζει πως τα “κέντρα” είναι περισσότερο σταυροδρόμια οδών και σταθμοί μεταβίβασης μιας λειτουργίας, και πως η λειτουργία του λόγου ολοκληρώνεται συνειρμικά σε πλείονες περιοχές του εγκεφάλου. Συνδέει αμφίδρομα την συνειρμική εικόνα του 'αντικειμένου' (ακουστική-απτική-οπτική) με την ηχητική εικόνα της 'λέξης', σύνδεση δυναμική και καινοφανής. Παρουσιάζει , έτσι, μια δυναμική θεώρηση της εντοπιστικής θεωρίας, θεώρηση που επαληθεύτηκε από την εξέλιξη.
      “Το να εντοπίσει κανείς την βλάβη που καταστρέφει το λόγο και το να εντοπίσει το λόγο είναι δύο διαφορετικά πράγματα” επισημαίνει.

        Την “εντοπιστική” νευρολογία ακολούθησε ιστορικά η “ολιστική”.

        Ο Φρόυντ, στο μεταξύ, έχει προτείνει την συνειρμική ψυχοθεραπευτική.

       Στις “Αφασίες”, ήδη, προτείνει τις έννοιες 'προβολή' και 'αναπαράσταση':  ο εξωτερικός κόσμος προβάλλεται σημείο προς σημείο στον νωτιαίο μυελό, ενώ στο φλοιό ο κόσμος αναπαριστάται όχι σημείο προς σημείο αλλά με τον τρόπο που ένα ποίημα περιέχει το αλφάβητο, με πολύτροπους και πολυποίκιλους συνδυασμούς επιμέρους στοιχείων. Πρόκειται για θεμελιώδη ιδέα, που περιγράφει το πέρασμα από την ταυτότητα της αντίληψης στην ταυτότητα της σκέψης.

       Στο “Ασυνείδητο”, μεταγενέστερο έργο του(1915), προβαίνει στη σχετική διάκριση μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου. Η συνειδητή αναπαράσταση περιλαμβάνει την αναπαράσταση του 'αντικειμένου' συν την αντίστοιχη αναπαράσταση της 'λέξης', ενώ η ασυνείδητη αναπαράσταση είναι η αναπαράσταση αντικειμένου μόνη της.

     Στο επόμενο σημείωμά μας θα ασχοληθούμε με την εξέλιξη αυτής της θεωρίας.

      Ας σημειωθεί ότι ο Φρόυντ δεν επιθυμούσε την συμπερίληψη των δύο πρώτων νευρολογικών εργασιών του στα “Άπαντά” του.

ΤΡΕΙΣ ΕΛΙΕΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ.

Της ΓΙΟΥΛΗ ΧΑΤΖΗΑΛΕΞΙΑΔΗ

   Σε δημόσιο αυλόγυρο του νησιού μας φύονται τρεις ελιές.
   Τις προάλλες κουρεύτηκαν αγρίως και αναισχύντως οι δύο από αυτές: τώρα εκεί όπου ήταν η πρώτη μένει ο κορμός της και μόνον, χωρίς ούτε ένα κλαρί, με προοπτική να ξαναγίνει δέντρο μετά από πολλά χρόνια. Το δεύτερο διέφυγε τον ακρωτηριασμό διότι διαμαρτυρήθηκε διερχόμενος ότι «Δεν είναι αυτό κλάδεμα επ’ ουδενί! Καυσόξυλα έχετε κόψει!» όπως πράγματι ήταν σχηματίσει σωρό τα κομμένα μπράτσα της ελιάς. Εξαιτίας της διαμαρτυρίας η δεύτερη ελιά δεν κουτσουρεύτηκε, παρά κουρεύτηκε αγρίως και αναισχύντως έχοντας τώρα ολίγα λεπτά κλωνιά – αυτή σε δύο ή τρία χρόνια θα είναι ξανά δέντρο. Τα κουρεμένα κλωνιά της δεύτερης συλλέχθηκαν στον τακτοποιημένο σωρό με τα καυσόξυλα, τα οποία για να καούν θα πρέπει να στεγνώσουν – δηλαδή θα καούν του χρόνου. Η τρίτη ελιά δεν είχε καμμία τύχη, ήταν τα κλωνιά της λιανά κι έτσι δεν την πλησίασαν: δεν την κλάδεψαν διόλου.
   Αυτά είναι τα καμώματα της νοητικής κοντοφθαλμίας και του ηλίθιου καιροσκοπισμού, που συνέβαλαν και συμβάλλουν στην καθημερινή μιζέρια και εξαθλίωση. Υπάρχει και η ηδονή της καταστροφής της δημόσιας περιουσίας, βέβαια. Υπάρχει και η άνωθεν ‘κάλυψη’ με το γελοίο επιχείρημα «ενοχλούνται οι φωτιστικοί στύλοι», είναι γνωστό ότι οι ελιές αναρριχώνται συσφικτικά ως βόες του φυτικού βασιλείου και πνίγουν τις λάμπες των δρόμων.
   Η κρίση άλλους τους βοήθησε να εγερθούν και άλλους να αποκτήσουν άλλοθι για να ασελγούν ανεξέλεγκτα.
   Ευτυχώς που βρέθηκε ο περαστικός και διέσωσε την ιστορία. Η εικόνα είναι τώρα της κουτσουρεμένης από μέλλον Ελλάδας, της κουρεμένης παραγωγικότητας και της ακηδίας για την πραγματική παραγωγή από τα άοκνα τέκνα της ασέβειας, της αρπακτικότητας, της αναίδειας και του παρασιτισμού.

ΜΙΖΑ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ: ΟΧΙ, ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΡΕΤΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ!

της ΓΙΟΥΛΗ ΧΑΤΖΗΑΛΕΞΙΑΔΗ
   Αγαπητές αναγνώστριες,
     Αγαπητοί αναγνώστες,
 
         «Για άλλη μία φορά στην ιστορία μας φερθήκαμε ως προδότες» διέγνωσε, με το οξύ και αγνό της πνεύμα, η φίλη χειρουργός το 1998 όταν η Ελλάδα παρέδωσε τον Οτσαλάν στους Τούρκους.
          Νέες γιατροί και οι δύο μας τότε, καμμία μας δεν φαντάστηκε ότι για την αρρώστια της προδοσίας οφείλουμε να βρούμε το γιατρικό προτού η προδοσία μας εξολοθρεύσει.
 
         Και τώρα να: ξεδιπλώνονται στο Αιγαίο και στην θάλασσα της Κύπρου οι απειλές κατά της ελληνικής και κυπριακής κυριαρχίας, οι οποίες επιτάσσουν συσπειρωμένη ελληνική στρατηγική αντίδραση.
       Πώς όμως να υπερασπιστείς την Κύπρο όταν τόσες φορές κατά το παρελθόν την έχεις προδώσει; Πώς, όταν έχεις εθιστεί παθητικά στο  «η Κύπρος είναι μακρυά»,  «Η Κύπρος αποφασίζει…» χωρίς η Ελλάδα να στηρίζει, χωρίς συναγωνιστική συσπείρωση προς το τμήμα της ελληνικής ιστορίας που είναι η Κύπρος;
 
     Προδίδεις ένα κομμάτι του εαυτού σου , προδίδεις όλον σου τον εαυτό.
 
    Προδίδεις την κοινωνία σου όταν παρασιτείς είτε μη παράγοντας, είτε λυμαινόμενος το δημόσιο κεφάλαιο, είτε εργαζόμενος και φοροδιαφεύγων. Όταν λαμβάνεις παροχές χωρίς μέριμνα για την διαχείριση των πόρων που σου τις εξασφαλίζουν. Όταν, στα δύσκολα, αντί της συλλογικής συσπείρωσης, επιλέγεις τον  «Λεφτά Υπάρχουν», τον ψηφίζεις, σε θάβει μέχρι τετάρτης γενεάς. Όταν λες «Ας τα πάρουν τα Ίμια, τι να τα κάνουμε εμείς τα βράχια;» ΄Οταν ιδεολογικοποιείς την απάθεια με την «διεθνιστική αλληλεγγύη των λαών».
 
   Αλήθεια, τι να τα κάνουμε τα βράχια; 
   «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» και «οι λαοί δεν πρέπει να αλληλοσκοτώνονται».
    Με αυτά τα μυαλά οι προδότες της καθημερικής συλλογικής κοινωνικής ζωής και της ιστορίας μας είμαστε εμείς.  Αφελείς στον στεγανό κόσμο ης ατομικής επιβίωσης, ή ιδεολόγοι της πολυπολιτισμικής σούπας, είτε πονηρά παράσιτα που ζούμε από την αποχαύνωση του μέσου πολίτη. Είναι όλες αυτές οι συμπεριφορές μία «μίζα», μία αθέμιτη και παράνομη αισχροκέρδεια επί του συλλογικού κοινωνικού προϊόντος. Για την επιβίωση του οποίου κάποιοι έχουν θυσιαστεί, χωρίς ιδιοτέλεια, παρά μόνον για το μέλλον των επομένων Ελλήνων.
 
   Και να τώρα που αναδύεται η αυτονόμηση του Κουρδιστάν, με τον μαχητή Οτσαλάν να καλεί τις ΗΠΑ να επιβάλουν την ειρήνη στην περιοχή του – και με τις Κούρδισες να έχουν στείλει αγωνιστική ιαχή στην παγκόσμια κοινή γνώμη. 
   
   Πού είναι η ελληνική αγωνιστική ιαχή, μάλιστα σε ένα πλαίσιο όπου οι δυνατότητες πολιτικών προτάσεων και στρατηγικών συσχετισμών είναι ευνοϊκές για την χειμαζόμενη Ελλάδα; 
   
Η ιαχή που βροντοφωνάζει: «ΟΧΙ, δεν θα πάρετε την Κύπρο!». 
Υπερασπίζεσαι ένα κομμάτι του ιστορικού εαυτού σου, υπερασπίζεσαι το ιδιο σου το μέλλον σου.

‘Μίζα και υγεία.’

της Γιούλη Χατζηαλεξιάδη
 Αγαπητές αναγνώστριες, αγαπητοί αναγνώστες,
           Το άρθρο αυτό γράφτηκε προ πέντε ετών, προ της "κρίσης". Ωστόσο, αναδεικνύει την κοινωνική τύφλωση της εκμετάλλευσης του ενός από τον άλλο, και την αμηχανία να αντισταθούμε στο θράσος και την τύφλωση.
           Κανείς από τους δύο δεν έχει δικαιολογία: ούτε ο μάστορας της μίζας, ούτε ο εκμεταλλευθείς από τον μιζαδόρο.
           Πώς γίνεται τώρα να παλέψουμε από κοινού γι αυτό το "κοινό" που κινδυνεύει να διαλυθεί, και που λέγεται πατρίδα; 
           Γίνεται, εάν δούμε την "κρίση" ως πόλεμο από τον οποίο κινδυνεύει η ιστορική τροφός μας, η ελληνική πατρίδα, που μας επέτρεψε έως τώρα να είμαστε είτε πονηροί είτε αφελείς και που τώρα χρειάζεται υπερασπιστές. Οφείλουμε, και είναι αυτό το πραγματικό χρέος.
 
 
    " Αγαπητοί αναγνώστες,
      Ελπίζω να μου συγχωρέσετε τον θεατρικό τόνο αυτού του σημειώματος. 
      Έρχεται λοιπόν τις προάλλες για να μου παραδώσει το αυτοκίνητό μου στο Κέντρο Υγείας ο μάστορας. Ανταλλακτικά δεν υπάρχουν για τόσο παλιό αμάξι, δεν υπάρχει καινούργια μίζα, καθάρισε όμως την παλιά και την τοποθέτησε και το αμάξι κουνιέται ξανά. Πήρε για το καθάρισμα της μίζας εκατόν τριάντα ευρώ. (Και μόνον να ακουμπήσει κανείς μια μίζα είναι επικερδέστατο!).  Με κοιτούσε και γελούσε, γελούσα κι εγώ - για τα ακατανόητα - έφυγε και αναρωτιόμουν ποιος από τους δυο μας δεν πάει καλά; εκείνος που με κοροϊδεύει ή εγώ που συναινώ;
      Όταν κανείς θέτει τέτοια ερωτήματα το πρόβλημα (του) είναι μεγάλο.
      Παντού μίζες, με αυτόματη συνεννόηση: στον γιατρό για να σε χειρουργήσει, αλλά και στον γιατρό για να σου γράψει φάρμακα, στην πολεοδομία για τις παρανομίες της οικοδομής, αλλά και  στον πολιτικό μηχανικό για να μεσολαβήσει στην πολεοδομία για τις παρανομίες της οικοδομής (τις οποίες γνώριζε αλλά αγνοούσε), στον μηχανικό της οικοδομής από τον μονοσά, από τους προμηθευτές και από τον εργολάβο (το κόστος εξακοντίζεται στα ουράνια για τον ιδιοκτήτη -μαζί με το κόστος των κακοτεχνιών διακτινίζεται και ο ίδιος στον γειτονικό γαλαξία για να δει τα πράγματα από μακρυά και να αναρρώσει…), στον υπάλληλο που εγκρίνει μια δαπάνη αλλά και στον διπλανό του (ο καημένος μην μείνει παραπονεμένος), στον υπουργό και τους παρακείμενους για την επιλογή της όποιας δαπάνης ή ανάθεσης έργου………. Και το πράγμα δεν συμμαζεύεται, καθώς νομιμοποιείται στην συνείδησή μας με επιχειρήματα (‘οι μισθοί είναι χαμηλοί, τι να κάνουν οι γιατροί, πυροσβέστες, υπάλληλοι και επάλληλοι) ή με την μαγκιά του ‘ισχυρού’ («ας πρόσεχε ο βλάκας, ας μη μου χαμογελούσε και να μην μου έδινε το χρήμα»), ή, ίσως, και με τον κρυφό πόθο να βρεθούμε κάποτε κι εμείς στη θέση αυτού που μπορεί να ασκήσει αυτόν τον εκβιασμό στον άλλο και να ‘κερδίσει’. 
        Η εργασία είναι, άραγε, ακόμα συνεισφορά αμειβόμενη στα κοινά, ή είναι μοχλός απομύζησης του απέναντι αναγκεμένου; κι αν είναι το δεύτερο και σε βαθμό εκτροχιασμένο (όπως πράγματι είναι στην σημερινή περίσταση) ποιανού η υγεία διακυβεύεται; του εκμεταλλευτή που λειτουργεί αρπακτικά και αντικοινωνικά, του θύματος που αναγκάζεται  να υποκύψει, του θύματος που συναινεί να υποκύψει γιατί έτσι ξέρει ότι γίνεται, του θύματος που αύριο θα εξασκήσει από την δική του θέση τον ίδιο εκβιασμό;
   Η μίζα είναι νομιμοποιημένη στη συνείδησή μας, άρα όποιος δίνει, παίρνει, ζητά, δίνει είναι όλοι ‘φυσιολογικοί’. Το πρόβλημα το έχει ο αλλιώτικος:  που δεν δίνει, δεν παίρνει, δεν ζητά, ούτε δίνει, και αισθάνεται ως φυσιολογικό το να κάνει κανείς την δουλειά του και να κερδίζει από την ανταλλαγή ανάμεσα από τους ανθρώπους (:μισθό, εκτίμηση, και κοινή ελπίδα).
      Ποιος είναι ο φυσιολογικός σημερινός άνθρωπος; Το αρπακτικό ή αυτός που χρειάζεται τον άλλον;
      Ρωτά αυτός που έχει πρόβλημα ή αυτός που διαγιγνώσκει το πρόβλημα; (Δηλαδή έχω πρόβλημα ή έχω δίκιο ότι κάτι πάει πολύ στραβά;)
      Είμαστε υγιείς ως μιζαδόροι;
      Είμαστε υγιείς ως ανθιστάμενοι;
      Επιμένω ότι κοινωνία χωρίς συλλογικό στόχο και ελπίδα είναι άρρωστη, και η κοινωνία των μιζαδόρων είναι τέτοια. Μπορεί, όμως να είμαι εγώ η άρρωστη. (Η οικοδομή άλλωστε κόντεψε να με αρρωστήσει…)
       Έχω κι ένα αυτοκίνητο στην Αθήνα. Κι αυτουνού η εκκίνηση είναι, ορισμένες φορές, προβληματική. Να φταίει η μίζα του;…
       Μήπως όλες μου οι μίζες είναι προβληματικές, συμπεριλαμβανομένης και της μίζας που έχω στο μυαλό μου για να ψάχνει τα πράγματα;"